Νευρολογικές παθήσεις

Ορισμός Αφασίας Με τον γενικό όρο αφασία περιγράφεται η γλωσσική διαταραχή, η βλάβη της σύνθετης διεργασίας της κατανόησης και της παραγωγής των λεκτικών μηνυμάτων που προέρχεται από μια επίκτητη πάθηση του κεντρικού νευρικού συστήματος (Central Nervous System – CNS). Οι διεργασίες της πάθησης που προκαλούν την αφασία είναι επίκτητες όπως ένα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιo ή ένας όγκος, παρά εγγενείς όπως ένα εγκεφαλικό ελάττωμα που σχετίζεται με γενετικούς ή περιβαλλοντικούς παράγοντες. Το πρώτο τυχαίνει σε ασθενείς που προηγουμένως χρησιμοποιούσαν τη γλώσσα καταλλήλως ενώ το δεύτερο σε ασθενείς με αναπτυξιακά γλωσσικά ελλείμματα των οποίων η ικανότητα να χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα καταλλήλως δε φτάνει ποτέ σε φυσιολογικά επίπεδα (Damasio 1998:25). Η γλωσσική διαταραχή μπορεί να εμφανιστεί με ποικίλες μορφές εξασθένησης επηρεάζοντας ποικίλα επίπεδα της λεκτικής επικοινωνίας. Εμφανίζεται με τη μορφή της εξασθενημένης κατανόησης της ομιλίας δηλαδή επηρεάζει την κατανόηση της γλώσσας που ο ασθενής ακούει ή βλέπει γραμμένη, με τη μορφή της δυσκολίας της ρέουσας παραγωγής στον συνδεδεμένο λόγο με αποτέλεσμα να επηρεάζει τον σχηματισμό της προφορικής γλωσσικής παραγωγής. Επίσης, η γλωσσική διαταραχή εμφανίζεται ως αποτυχία στην ανάγνωση (αλεξία), στην παραγωγή γραπτού λόγου (αγραφία), στην επανάληψη (αφασία αγωγής), ή στο συνδυασμό όλων αυτών των επικοινωνιακών συνδρόμων (Damasio 1998:26 & Goodglass & Wingfield 1997:3). Οι ποικιλίες των συγκεκριμένων ελλειμμάτων που εμφανίζονται στην αφασία είναι πολλές και περιλαμβάνουν δυσκολίες που σχετίζονται με την έκφραση της σύνταξης (αγραμματισμός), της μουσικής (αμουσία) και του υπολογισμού. Το σύμπτωμα εκείνο, όμως, που σχετίζεται περισσότερο με την αφασία είναι η ανομία, η δυσκολία της εύρεσης λέξεων περιεχομένου (content word) τόσο στη ρέουσα ομιλία όσο και στη μεμονωμένη εύρεση ενός αντικειμένου ή μιας ενέργειας με το όνομά της. (Goodglass & Wingfield 1997:3).

Close Menu